επτάφωτος

-η, -ο (AM ἑπτάφωτος, -ον)
φρ. «ἑπτάφωτος λυχνία» — ιερή λυχνία τής εβραϊκής και τής χριστιανικής θρησκείας, με επτά κλάδους, επτά θήκες στις οποίες τοποθετείται λάδι και φιτίλι
αρχ.
ο επταφαής*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επτάφωτος — η, ο семисвечный; ΦΡ. επτάφωτη λυχνία η семисвечник – подсвечник, имеющий семь светильников. В иудейском храме находился в Святая Святых. В православном храме семисвечник располагается в алтаре между престолом и горним местом Этим. < επτάφωτο …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

  • επτάκαυλος — ἑπτάκαυλος, ον (AM) με επτά καυλούς, βλαστούς μσν. φρ. «ἑπτάκαυλον λαμπάδιον» επτάφωτος λυχνία …   Dictionary of Greek

  • εφτάφωτος — η, ο επτάφωτος, με επτά φώτα (φρ. «εφτάφωτος κηροστάτης»). [ΕΤΥΜΟΛ. < εφτα * + φωτος (< φως), πρβλ. αυτό φωτος, ετερό φωτος] …   Dictionary of Greek

  • κοσμικός — ή, ό (ΑM κοσμικός, ή, όν) [κόσμος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κόσμο, στο σύμπαν (α. [στην πυθαγόρεια φιλοσοφία] «κοσμική μουσική» το σύνολο τών διακεχυμένων στο σύμπαν αρμονιών β. «τ οὐρανοῡ δὲ καὶ τῶν κοσμικῶν πάντων», Αριστοτ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • φως — Ημερήσια ελληνική εφημερίδα του Καΐρου, που ιδρύθηκε το 1903 και εκδίδεται μέχρι σήμερα. Ιδρυτής και πρώτος διευθυντής ο Στ. Ευσταθιάδης. Με τον ίδιο τίτλο κυκλοφόρησε εβδομαδιαία εφημερίδα στο Αγρίνιο (1927 35) με ιδρυτή τον Μ. Τζάνη. * * * ωτός …   Dictionary of Greek

  • λυχνία — η 1) см. επτάφωτος (επτάφωτη λυχνία); 2) светильник, лампа, лампада; ΦΡ. ακοίμητη λυχνία неугасимая лампада Этим. дргр. < λύχνος< инд. leuk «светлый, светящийся» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ԵՕԹՆՃՐԱԳԵԱՆ — ( ) NBH 1 0708 Chronological Sequence: Early classical ա. Տ. Եօթնաճրագեան. յն. եօթնալոյս. ἐπτάφωτος septem luminum *Եօթնճրագեան ասէ զաշտանակն վասն մարմնաւոր տեսչութեանն տեառն. Սեբեր. ՟Է …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.